«Τοπική Ανάπτυξη: Οικισμοί και Πόλεις Νότια του Νομού Ηρακλείου Κρήτης. ένα μοντέλο ανθεκτικότητας και ευελιξίας μπροστά στην παγκοσμιοποίηση;»
Δημοσιεύτηκε την 28-11-2011 / 07:57
Η υποστήριξη της παραπάνω θέσης αποτελεί θέμα διδακτορικής διατριβής υπό τη ματιά ενός αρχιτέκτονα με μεταπτυχιακές σπουδές στους τομείς της Πολεοδομίας και της Χωροταξίας. Στο κείμενο που στηρίζει την περίληψη αυτή εξετάζονται έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση, κοινωνική και πολιτισμική αλλοίωση- ομογενοποίηση των τόπων, επερχόμενη οικονομική κρίση, αντιμετώπιση και ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο.
Με δεδομένη λοιπόν την ιδιαιτερότητα της λειτουργίας και της οργάνωσης ενός τόπου– οι οικισμοί και οι πόλεις Νότια του Νομού Ηρακλείου Κρήτης- επιχειρεί να διερευνήσει τους μηχανισμούς και τις αιτίες ανάπτυξής του-τι είναι αυτό που τον κάνει διαφορετικό και ιδιαίτερο- και εντέλει να αποδείξει την δυνατότητα ύπαρξης ενός μοντέλου ανθεκτικού και ευέλικτου που σε τοπικό επίπεδο να μπορεί να διαχειρίζεται τις σημερινές προκλήσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επίσης επιχειρείται η επισκόπηση των αρχών του μοντέλου αυτού και διερευνάται η δυνατότητα αναπαραγωγής του και σε άλλους τόπους. Ιδιαιτερότητα, ανθεκτικότητα και ευελιξία σε τοπικό επίπεδο είναι και οι λέξεις που ορίζουν την πρωτοτυπία του θέματος αυτού.
Πολύτιμη για τον προσδιορισμό του θέματος αυτού και τον χαρακτηρισμό του με τους κατάλληλους όρους από το λεξικό της Πολεοδομίας και της Χωροταξίας ήταν η συμβολή των διδασκόντων του Ε.Μ.Π. κ. Βασενχόβεν Λουδοβίκου Ομότιμου Καθηγητή και κ. Χανιώτου Ελένης Επίκουρη Καθηγήτρια.
ΣΧΕΔΙΟ ΕΚΠΟΝΗΣΗΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ
Ειρήνη Σφακιανάκη, Αρχιτέκτων Μηχανικός, Υποψήφια Διδάκτωρ Ε.Μ.Π. του τομέα ΙΙ, «Πολεοδομίας και Χωροταξίας».
(Το κείμενο που ακολουθεί κρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, συνεδρία αρ. 11/13.07.11 και όρισε ως σύμβουλο την επίκουρη καθηγήτρια ΕΜΠ κ. Χανιώτου Ελένη)
«Τοπική Ανάπτυξη: Οικισμοί και Πόλεις Νότια του Νομού Ηρακλείου Κρήτης.
ένα μοντέλο ανθεκτικότητας και ευελιξίας μπροστά στην παγκοσμιοποίηση;»
«Πρέπει να σκεφτόμαστε παγκόσμια γιατί ο κόσμος σήμερα είναι ένα ενοποιημένο χωριό» 1. Το ερώτημα είναι κατά πόσο είμαστε διαθέσιμοι και ικανοί να σκεφτόμαστε παγκόσμια δρώντας τοπικά σε ατομικό επίπεδο. Η αφύπνιση που έχει προκληθεί στο ευρύ κοινό από την διάχυση της πληροφορίας και την ανάδυση της λειτουργίας ενός διεθνούς συστήματος στους περισσότερους από τους τομείς της καθημερινότητάς μας, περιβάλλον, οικονομία, πολιτισμός, έχει σε γενικές γραμμές σπείρει τον πανικό.
Ξαφνικά κλήθηκαν άνθρωποι οι οποίοι ζούσαν εφησυχασμένοι στο μικροπεριβάλλον τους και τη μικροκοινωνία τους να δουν και να επεξεργαστούν πληροφορίες που αφορούν ζητήματα υπερτοπικά, διακρατικά έως και παγκόσμια, χωρίς να έχουν πάντα τις κατάλληλες γνώσεις και την κατάλληλη υποδομή-καλλιέργεια, ενδεχομένως και την διάθεση για να το κάνουν.
Θεωρητικά και όσον αφορά τους τομείς όπως το περιβάλλον και τις ευκαιρίες η ανάδειξη έως και η δημιουργία διεθνών συστημάτων λύνει προβλήματα μιας και όντος αφυπνίζει και ευαισθητοποιεί το ευρύ κοινό2. Πιο κοινό όμως; Ένα κοινό που διαθέτει συγκεκριμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά παιδεία και καλλιέργεια για να αξιοποιήσει την παραπάνω ευκαιρία ή ένα κοινό που τρέχει πανικόβλητο στο χάος και ψάχνει να βρει κάτι που δεν ξέρει τι είναι;
Διαρθρωτικά ένα καλό πεδίο αντιμετώπισης και διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης σε όλους τους τομείς είναι το τοπικό που αφορά και την έρευνα αυτή η οποία ουσιαστικά εστιάζεται στην τοπική ενδογενή ανάπτυξη3.
Θέμα λοιπόν της έρευνας αυτής είναι με δεδομένη την ιδιαιτερότητα της λειτουργίας και της οργάνωσης ενός τόπου– οι οικισμοί και οι πόλεις Νότια του Νομού Ηρακλείου Κρήτης- να γίνει διερεύνηση των μηχανισμών και των αιτιών ανάπτυξής του-τι είναι αυτό που τον κάνει διαφορετικό και ιδιαίτερο- και εντέλει να αποδείξει την δυνατότητα ύπαρξης ενός μοντέλουανθεκτικού και ευέλικτου που σε τοπικό επίπεδο να μπορεί να διαχειρίζεται τις σημερινές προκλήσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επίσης επιχειρείται η επισκόπηση των αρχών του μοντέλου αυτού και διερευνάται η δυνατότητα αναπαραγωγής του και σε άλλους τόπους. Ιδιαιτερότητα, ανθεκτικότητα και ευελιξία σε τοπικό επίπεδο είναι και οι λέξεις που ορίζουν την πρωτοτυπία του θέματος αυτού.
Ίσως τελικά αυτό το patchwork με τους διαφορετικούς μικροθύλακες, ο καθένας εκ των οποίων γνωρίζει τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του και ξεκινάει με το τι μπορεί και δύναται να λάβει κι όχι με το ότι του προσφέρεται γενικά, να είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης της σημερινής παγκοσμιοποίησης. Αυτός είναι και ένας από τους κυριότερους λόγους επιλογής του θέματος καθότι ενόψει της παγκοσμιοποίησης και λαμβάνοντας υπόψη την επικείμενη οικονομική κρίση δημιουργούνται έντονες τάσεις ομοιογενοποίησης των τόπων μέσω της «αναπόφευκτης» πλέον εγκατάστασης υπερτοπικών δραστηριοτήτων και πολυεθνικών, που εθίζουν τους τοπικούς πληθυσμούς και αλλοιώνουν τα τοπικά χαρακτηριστικά τους. Καταστρέφοντας λοιπόν τις ενδογενής δυνατότητες ενός τόπου είναι σαν να καταστρέφονται οι άμυνες ενός οργανισμού, με αποτέλεσμα να καθίσταται άμεσα ευάλωτος στις εξωτερικές κρίσεις.
Το πεδίο εφαρμογής και έρευνας, η γεωγραφική θέση του τόπου δηλαδή, εντοπίζεται στο Νομό Ηρακλείου και πιο συγκεκριμένα στις Νότιες περιοχές του Νομού. Διοικητικά εκτείνεται μέχρι τα σημερινά όρια του νεοσύστατου Δήμου Φαιστού ο οποίος προέκυψε από τη συνένωση των τριών πρώην Καποδιστριακών Δήμων, των Δήμων Μοιρών, Τυμπακίου και Ζαρού.
Ο λόγος επιλογής του συγκεκριμένου χώρου έγινε κυρίως γιατί αναφερόμαστε σε ένα χώρο με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά4 τα οποία αποτυπώνονται ακόμα και στον προφορικό λόγο, στον τρόπο ζωής, στις δραστηριότητες, στις διατροφικές συνήθειες, ακόμα και στην καθημερινότητα του πληθυσμού.
Επιπλέον ο τόπος αυτός διαθέτει και ιδιαίτερα ιστορικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά καθότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν άφθονοι αρχαιολογικοί χώροι και περιοχές φυσικού κάλους (Φαιστός, Κομμός, Μάταλα, Γόρτυνα, Λαβύρινθος, Πραιτόρια, Αγία Τριάδα, Λασαία Χώρα κ.α.), οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ανεκμετάλλευτοι, ενώ σημαντικοί από αυτούς αποτελούν ακόμα και σήμερα κατοικημένους οικισμούς, όπως η περίπτωση της Γόρτυνας, των Ματάλων, των Τριών Εκκλησιών, του Ζαρού κ.ά. Ανεκμετάλλευτος είναι επίσης και ο υπεδάφιος πλούτος της περιοχής μελέτης.
Από τα ορεινά του Ψηλορείτη ως την πεδιάδα της Μεσσαράς, αναπτύσσονται διάφορα οικιστικά σύνολα, το καθένα από τα οποία διαθέτει τη δική του πολιτισμική και αρχιτεκτονική κληρονομιά συνυφασμένη πάντα με τις δραστηριότητες του πληθυσμού σε κάθε χρονική περίοδο, την οικονομική του κατάσταση, την κινητικότητα του.
Έτσι έχουμε παραδείγματα οικισμών α) μοναστηριακού τύπου με πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν πάνω στα ερείπια μοναστηριακών κτισμάτων, β) τα λεγόμενα «μετόχια» που κατοικούνταν εποχικά, γ) τους ορεινούς οικισμούς οι οποίοι αποτελούσαν τα καταφύγια του πληθυσμού σε δύσκολες χρονικές περιόδους δ) τους οικισμούς της πεδιάδας, ημιορεινούς κυρίως και σχετικά πρόσφατα πεδινούς, με τα πλούσια μορφολογικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των κτισμάτων και τα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, μάρτυρες της ευημερίας και της οικονομικής άνεσης των κατοίκων τους και τέλος ε) τους παράκτιους οικισμούς με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά καθότι έτυχαν πολλών πρόσφατων επεμβάσεων ενώ οι περισσότεροι από αυτούς δημιουργήθηκαν σχετικά πρόσφατα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το δίκτυο των παλαιών μονοπατιών που συνδέουν τα οικιστικά αυτά σύνολα, πολλά από τα οποία διατηρούνται ως μονοπάτια ακόμα και σήμερα κι έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα. Διατηρούνται κυρίως αυτά που στο παρελθόν αποτελούσαν δρόμους φυγής του πληθυσμού προς τις ορεινές περιοχές. Παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διέρχονται από δυσπρόσιτες περιοχές, ακολουθούν συνήθως την πορεία των χειμάρρων για ευνόητους λόγους και σε τακτά διαστήματα, περπατώντας τα, συναντάμε κρήνες και εξωκλήσια.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά λοιπόν της περιοχής αυτής είναι κυρίως ανθρωπογεωγραφικού χαρακτήρα και έγκεινται στην κινητικότητα και την πολυ-δραστηριότητα του τοπικού πληθυσμού, την κίνηση του ενδογενούς κεφαλαίου, την ιστορικότητα και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής, το κτιριακό απόθεμα και την κατά τόπους5 διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς. Άλλο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι και η ιστορική συνέχεια των δραστηριοτήτων του, καθότι δύσκολα και όχι άκριτα γίνεται μετάβαση στις προτιμήσεις του τοπικού πληθυσμού σε νέες δραστηριότητες.
Σε αντίθεση λοιπόν με άλλες νησιωτικές περιοχές δεν υπάρχει οικονομική μονοκαλλιέργεια καθότι ο κατά κύριο επάγγελμα και κατά παράδοση έμπορος, αγρότης, κτηνοτρόφος αποτελεί και τον επενδυτή για τον τουρισμό (και τον εναλλακτικό τουρισμό), τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις επιχειρήσεις υπό την ευρύτερη έννοια, ενώ παράλληλα δεν επιτρέπει την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων υπερτοπικού κυρίως χαρακτήρα στις οποίες δεν δύναται να συμμετέχει6. Αυτή παράλληλη ενασχόληση του τοπικού πληθυσμού με διαφορετικών ειδών δραστηριότητες δημιουργεί μια ευελιξία στην τοπική οικονομία, που ενισχύει την κίνηση του ενδογενούς κεφαλαίου και κατοχυρώνει τον αυτάρκη χαρακτήρα της περιοχής.
Η εσωστρέφεια όμως που θα περίμενε να δει κανείς σε μια αυτάρκη τοπική κοινωνία δεν υφίσταται κυρίως λόγω του τουρισμού, ο οποίος είναι και ο κύριος παράγοντας συναλλάγματος, λόγω της χρήσης των πολυμέσων από τους τοπικούς επενδυτές για την προβολή των προϊόντων τους και λόγω της κινητικότητας του πληθυσμού με αφορμή τα παραπάνωκαι εκτός των γεωγραφικών ορίων του τόπου.
Αν και πρώιμα, όσον αφορά τον τρόπο προσέγγισης του θέματος, γίνεται πάντα υπό το πρίσμα της ανάδειξης ενός τοπικού κέντρου ανάπτυξης7. Αφού γίνει μια επισκόπηση στους ορισμούς και τις έννοιες της τοπικής ανάπτυξης από τη μέχρι σήμερα σχετική βιβλιογραφία, επιχειρείται μια προσπάθεια εύρεσης ζωνών εντός της περιοχής μελέτης με σχεδόν ομοιογενή χαρακτηριστικά. Μεθοδολογικά γίνεται η προσπάθεια παράλληλης ανάλυσης των γενικών εννοιών και αρχών από τη μια και της περιοχής μελέτης από την άλλη, έτσι ώστε να είναι εφικτός οεμπλουτισμός των βασικών εννοιών περί ενδογενής ανάπτυξης με νέα δεδομένα.
Από αναπτυξιακή και ανθρωπογεωγραφική κυρίως άποψη και με δεδομένη την αντιμετώπιση της περιοχής μελέτης ως ένα τοπικό κέντρο ανάπτυξης, το σύνολο της περιοχής διαρθρώνεται σε τρεις σχεδόν ομοιογενείς ζώνες: παράκτια, ημιορεινή και πεδινή, ορεινή.
- Στις παράκτιες περιοχές υπάρχει έντονη ενασχόληση του πληθυσμού με τον τουρισμό. Κινείται περισσότερο το ενδογενές κεφάλαιο ενώ παρουσιάζεται μια μείξη χρήσεων τουρισμού αναψυχής και παραθεριστικής κατοικίας. Ορισμένες από τις περιοχές αυτές τελούν υπό το πρίσμα του μαζικού τουρισμού κι άλλες μπορούν να χαρακτηριστούν περιοχές παραθεριστικής κατοικίας, όμως σε κάθε περίπτωση παρουσιάζουν έντονα φαινόμενα παρακμής, υποβάθμισης και κορεσμού, υπέρμετρη οικιστική ανάπτυξη, άναρχη δόμηση, έλλειψη υποδομών, περιβαλλοντικά προβλήματα, αλλοίωση του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος της περιοχής κ.λπ8.
- Στις περιοχές αμέσως μετά την παράκτια ζώνη υπάρχει επένδυση κυρίως από ξένο κεφάλαιο, αγορά ακινήτων και δόμηση κυρίως λόγω της μέχρι σήμερα χαμηλής αξίας γης. Σ’ αυτή τη ζώνη, η οποία αποτελείται από πεδινούς και ημιορεινούς οικισμούς, παρουσιάζονταν φαινόμενα εγκατάλειψης ως και τη δεκαετία του 90 με όφελος τη διατήρηση του παραδοσιακών μορφολογικών χαρακτηριστικών των οικισμών και των κελυφών. Η αποσπασματική επένδυση όμως από ξένο κεφάλαιο από τη μια αναζωογόνησε τους οικισμούςαυτούς αλλά από την άλλη έπληξε την ενδογενή οικονομία της περιοχής όσον αφορά στα έσοδα από τον τουρισμό, καθότι τα ιδιόκτητα ξένα ακίνητα κατάληξαν άτυπα σε ενοικιαζόμενα.
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζεται στις ορεινές περιοχές οι οποίες όχι μόνο δεν εγκαταλείφτηκαν αλλά πέρα από την αγροτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα τοπική οικονομία, ανέπτυξαν μορφές εναλλακτικού τουρισμού με ενδιαφέρον παραδείγματα που αναζωογόνησαν και αναζωογονούν ακόμα τις περιοχές αυτές. Από την άλλη νέο-εντασσόμενες δραστηριότητες όπως η μελισσοκομία συνέβαλλαν στην αναβάθμιση και του φυσικού περιβάλλοντος λόγω της δενδρο-φύτευσης. Άλλες νέο-εντασσόμενες δραστηριότητες που έχουν αναπτυχθεί στις ορεινές περιοχές είναι τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά συστήματα και πάρκα9.
Όσον αφορά τα περιεχόμενα του θέματος ακολουθεί μια πρώιμη περιγραφή της διάρθρωσης της έρευνας:
- Πρόλογος.
- Εισαγωγή.
- Αντικείμενο μελέτης.
- Τρόπος προσέγγισης και μεθοδολογία.
- Πηγές άντλησης υλικού.
- Περί τοπικής ανάπτυξης γενικά, επισκόπηση στις παράκτιες περιοχές και στο νησιωτικό χώρο.
- Γενικά.
- Βασικές έννοιες από τη μέχρι σήμερα βιβλιογραφία.
-
- Ο μετασχηματισμός της στρατηγικής της ανάπτυξης μέχρι σήμερα.
- Από τη συγκεντρωμένη και τη διαχυμένη ανάπτυξη στην τοπική ενδογενής ανάπτυξη, πως και γιατί.
- Παραδείγματα από τον ελληνικό χώρο.
- Η στρατηγική της τοπικής ανάπτυξης για τις παράκτιες περιοχές και το νησιωτικό χώρο.
-
- Ο ρόλος της μικρο-περιφέρειας για τη στρατηγική της τοπικής ανάπτυξης και η περιφέρεια της Κρήτης.
- Τα τοπικά αναπτυξιακά κέντρα, μονοκαλλιέργεια και πολύ-δραστηριότητα.
- Μια γενική επισκόπηση για το ρόλο των νέων Καλλικράτειων Δήμων της Κρήτης, διοικητική διάρθρωση και η δυνατότητα λειτουργίας τους ως τοπικά κέντρα ανάπτυξης.
- Συμπεράσματα.
- Οι νότιες περιοχές του Νομού Ηρακλείου, ανάλυση της περιοχής μελέτης.
- Γενικά.
- Ο Δήμος Φαιστού, ιδιαιτερότητα του τόπου, ανθρωπογεωγραφικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
-
- Οικισμοί της περιοχής μελέτης, ενδιαφέροντα δίκτυα οικισμών και το κτιριακό απόθεμα.
- Πόλεις τις περιοχής μελέτης, μεσοαστικό περιβάλλον διακίνηση τοπικού κεφαλαίου και τοπικού πληθυσμού.
- Εκτός σχεδίων πόλεων και οικισμών περιοχές του Δήμου Φαιστού, κατανομή χρήσεων γης.
- Μονοπάτια από το χθες στο σήμερα και άλλα αξιόλογα ανθρωπογεωγραφικά χαρακτηριστικά του τόπου.
- Ο αγροτικός χαρακτήρας της περιοχής και η σχέση του με τον τουρισμό και την παραθεριστική κατοικία.
- Θεσμικό καθεστώς της περιοχής, μηχανισμοί ανάπτυξης.
- Η δυνατότητα οριοθέτησης ζωνών ομοιογενούς χαρακτήρα εντός της περιοχής μελέτης.
-
- Η ορεινή ζώνη, γεωγραφικός προσδιορισμός και χαρακτηριστικά.
- Η ημιορεινή και πεδινή ζώνη, γεωγραφικός προσδιορισμός και χαρακτηριστικά.
- Η παράκτια ζώνη, γεωγραφικός προσδιορισμός και χαρακτηριστικά.
- Συμπεράσματα όσον αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου.
- Ένα μοντέλο ανθεκτικότητας και ευελιξίας στις σημερινές προκλήσεις, οι βασικές αρχές του.
- Διεξαγωγή-περιγραφή μοντέλου.
- Βασικές αρχές και οι συνιστώσες τους.
- Δυνατότητα αναπαραγωγής των αρχών του μοντέλου και σε άλλους χώρους.
- Αναπαραγωγή στο νησιωτικό χώρο της Ελλάδας.
- Αναπαραγωγή στις παράκτιες περιοχές της Ελλάδας.
- Ευέλικτοι και συνεκτικοί μικρο-θύλακες εντός των μικρο-περιφερειών ανάπτυξης.
- Δυνατότητα εφαρμογής και σε επίπεδο περιφέρειας για τον Ελληνικό χώρο.
- Συμπεράσματα, εμπλουτισμός μέχρι της μέχρι σήμερα θεωρίας περί τοπικής ανάπτυξης.
- Παγκοσμιοποίηση και ευέλικτα-ανθεκτικά τοπικά κέντρα ανάπτυξης.
- Γιατί σε τοπικό επίπεδο.
- Πεδία τομής και πεδία σύγκρουσης, δυνατότητες διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης.
- Επίλογος.
- Βιβλιογραφία
- Πίνακας εικόνων
- Παράρτημα.
Οι πηγές άντλησης υλικού είναι κυρίως γραπτές (άρθρα, βιβλία...), από τις βιβλιοθήκες του ΤΕΕ, του ΕΜΠ και τις τοπικές βιβλιοθήκες της περιοχής μελέτης (π.χ. Βικελαία), ηλεκτρονικές (Διαδίκτυο), αλλά και οι υπηρεσίες του Νομού Ηρακλείου καθώς και οι τοπικοί σύλλογοι.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Antonio Vasquez Barquero (1991) «Τοπική Ανάπτυξη, μια στρατηγική για τη δημιουργία απασχόλησης», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.
- Alex Deffner, Dimitrios Konstadakoulos, Yannis Psycharis, (2003) “Culture and Regional Economic Development in Europe: cultural, political and social perspectives”, University of Thessaly Press, Volos.
- Βασενχόβεν Λουδοβίκος, Καλλιόπη Σαππυντζάκη, Ευάγγελο Ασπρογέρακα, Ηλία Γιάννιρη, Θάνο Παγώνη (2010) «Χωρική διακυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Εμπειρία και η περίπτωση της Ελλάδας», Κριτική, Αθήνα.
- Εμμανουήλ Χριστοφάκης, «Τοπική Ανάπτυξη και Αναπτυξιακή Στρατηγική για τα Τοπικά Κέντρα Ανάπτυξης» στο ΤΟΠΟΣ Επιθεώρηση Χωρικής Ανάπτυξης, σχεδιασμού και Περιβάλλοντος, 22-23/2004 ISSN 1105-3267 σσ. 121-133.
- Νικόλαος Τράντας (2004) «Η τοπική διάσταση της κοινωνικής πολιτικής. Ευρωπαϊκή Ένωση-Ελλάδα», Αθήνα: ΙΣΤΑΜΕ.
- Ανδρικοπούλου Ελένη, Καυκαλάς Γρηγόρης (2000) «Ο νέος Ευρωπαϊκός Χώρος, η διεύρυνση και η γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης», Αθήνα, Θεμέλιο.
- Γετίμης Παναγιώτης, Καυκαλάς Γρηγόρης (2003) «Χώρος, Περιβάλλον, Παγκοσμιοποίηση, Διακυβέρνηση, Βιωσιμότητα, Αθήνα, Ινστιτούτο Αστικού Περιβάλλοντος και Ανθρώπινου Δυναμικού, Πάντειο Πανεπιστήμιο Συντακτική Επιτροπή Περιοδικού Τόπος.
- Σάσκια Σασέν (2003) «Χωρίς έλεγχο; Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης», Αθήνα, Μεταίχμιο.
- Πετράκης (2002) «Προστασία διαχείριση και ανάδειξη του Κουτσουλίδη ποταμού», Ζαρός Ν. Ηρακλείου, Δήμος Ζαρού.
- Κλουτσινιώτη Ουρανία (1998) «Χωροταξικό Σχέδιο Περιφέρειας Κρήτης», Επιχειρισιακό Πρόγραμμα Περιβάλλον (ΕΠΠΕΡ) Αθήνα.
- Δρακωνάκης, Περτσελάκης, Πετράκης, Χριστοδουλάκη (2001) «Ήπια Τουριστική Ανάπτυξη των Ορεινών Όγκων της Κρήτης»
- Ομάδα μελέτης (1997) «Τοπικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα του Σ.Π. 4ης εδαφικής περιφέρειας Ν. Ηρακλείου, Ηράκλειο.
- Πετράκης (1995) «Ε4 Κρήτης», Ηράκλειο.
- Πετράκης (1989) «Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Ζαρού», ΥΠΕΧΩΔΕ.
- ΓΠΣ Τυμπακίου, Δήμος Τυμπακίου, ΦΕΚ .
- Mickwitz, Francisco Aix, Silke Beck, David Carss, Nils Ferrand, Christoph Görg, Anne Jensen, Paula Kivimaa, Christian Kuhlicke, Wiebren Kuindersma, María Máñez, Matti Melanen, Suvi Monni, Anders Branth Pedersen, Hugo Reinert and Séverine van Bommel (2009) «Climate Policy, Integration, Coherence andGovernance», Vammalan Kirjapaino Oy, Sastamala.
- Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2005)«Πολιτική της συνοχής για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης: Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας, 2007-2013», Βρυξέλες.
- Council of Ministers responsible forSpatial Planning in Potsdam (1999) «ESDP, European Spatial Development Perspective:Towards Balanced and Sustainable Development of the Territory of the European Union», European Commission, Luxembourg.
- Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, Γενική Γραμματεία Επενδύσεων και Ανάπτυξης (2007) «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς, 2007 – 2013», Αθήνα.
- Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ε.Π. “Περιβάλλον”Μονάδα Προγραμματισμού και Αξιολόγησης (2006) «Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης-Τομέας Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη-περιόδου 2007-2013. Πρόταση προς Δημόσια διαβούλευση» Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Αθήνα.
- Commission of the European Comunities (2009) «Communication From The Commission To The European Parliament, The Council, The European Economic And Social Comitee And The Committee Of The Regions. Mainstreaming sustainable development into EU policies: Review of the European Union Strategy for Sustainable Development», Brussels.
- Βασενχόβεν Λουδοβίκος, «Στρατηγικό σχέδιο δράσης αειφόρου ανάπτυξης μικρών και μεσαίων πόλεων και του χώρου της υπαίθρου, ιδίως στο νησιωτικό χώρο, ανάλυση αρχών και κριτηρίων της αειφόρου ανάπτυξης», Ερευνητικό Πρόγραμμα.
- Βουλή των Ελλήνων(2008)΄Εγκριση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, Αρ. ΦΕΚ 128, Αθήνα.
- Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2007) «Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο: αξιολόγηση της ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών στην Ευρώπη», Βρυξέλλες.
- Η επιτροπή συντονισμού της κυβέρνησης πολιτικής στον τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (2008) «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού», Αρ. ΦΕΚ 1137.